ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Πρωτεΐνες Το μητρικό γάλα είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες, η σχέση και η σύσταση των οποίων, είναι ιδανική για το ανώριμο ακόμα πεπτικό σύστημα  του νεογνού. Έτσι, οι πρωτεΐνες του μητρικού γάλακτος απορροφώνται εξολοκλήρου από το έντερο του μωρού, ενώ αντίθετα ένα μέρος  από το ξένο γάλα αποβάλλεται άπεπτο με τα κόπρανα. Γι΄ αυτό το λόγο τα μωρά που θηλάζουν χρειάζονται μικρότερες ποσότητες  γάλακτος για να πάρουν βάρος, από ότι αυτά που δεν θηλάζουν, μια και μπορούν να απορροφήσουν στο μέγιστο τις πρωτεΐνες και τα  άλλα συστατικά του. Το μητρικό γάλα είναι πλούσιο σε νουκλεοτίδια, τα οποία ενισχύουν το αμυντικό σύστημα του μωρού και παίζουν σημαντικό ρόλο στην  ανάπτυξη του μωρού και κυρίως στην ανάπτυξη του εντέρου, καθώς βοηθούν και στην βιοδιαθεσιμότητα του σιδήρου.  Είναι πλούσιο σε ταυρίνη συγκρινόμενο με το αγελαδινό γάλα, η οποία είναι απαραίτητη για την σταθερότητα των κυτταρικών  μεμβρανών, την ωρίμανση του εγκέφαλου και την ανάπτυξη του αμφιβληστροειδή.  Ένζυμα και ορμόνες Τα αντισώματα και τα ένζυμα είναι ουσίες πολύπλοκες, που δεν μπορούν να κατασκευαστούν από τη βιομηχανία τροφίμων και γάλακτος, είναι δηλαδή αναντικατάστατες! Υδατάνθρακες  Το μητρικό γάλα είναι πλούσιο σε λακτόζη, που συντίθεται στο μαζικό αδένα και είναι από τις  κυριότερες πήγες ενέργειας για το μωρό. Το γάλα της αγελάδας περιέχει πολύ μικρότερη ποσότητα λακτόζης, σε σχέση με το μητρικό γάλα. Έτσι στο γάλα αγελάδας προστίθεται ζάχαρη για να μοιάζει περισσότερο στο ανθρώπινο γάλα. Λίπη Τα λίπη του μητρικού γάλακτος είναι κυρίως τριγλυκερίδια, δηλαδή μακράς αλύσου, ακόρεστα, λιπαρά οξέα, έχουν δηλαδή, τέτοια σύνθεση που τα κάνει πιο εύπεπτα από αυτά του αγελαδινού γάλακτος, το οποίο περιέχει κυρίως λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου. Τα λίπη είναι η σημαντικότερη πηγή ενέργειας, βοηθούν στην ανάπτυξη του εγκεφάλου,  βοηθούν την  απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών, και παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της όρασης. Μέταλλα και ιχνοστοιχεία Το μητρικό γάλα περιέχει μικρότερες ποσότητες καλίου, νατρίου, ασβεστίου. Έτσι το χαμηλό οσμωτικό φορτίο δεν επιβαρύνει τους ανώριμους νεφρούς του μωρού. Το ασβέστιο και ο σίδηρος απορροφάται σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από ότι στο γάλα αγελάδας. Βιταμίνες Στο μητρικό γάλα η περιεκτικότητα σε βιταμίνες εξαρτάται από την διατροφή της μητέρας, γενικά όμως η ανεπάρκεια βιταμινών είναι εξαιρετικά σπάνια. Σύσταση του μητρικού γάλακτος Το μητρικό γάλα είναι μοναδικό ως προς το είδος, την ποσότητα και τις αναλογίες των περιεχόμενων συστατικών και καμία τεχνητή διατροφή δεν μπορεί να το αντιγράψει.  Το μητρικό γάλα περιέχει: Θρεπτικά συστατικά (στην βέλτιστη μεταξύ τους ισορροπία και ανώτερης ποιότητας σε σχέση με αυτά του επεξεργασμένου βρεφικού γάλακτος). Ένζυμα, ορμόνες, παράγοντες ανάπτυξης, αμυντικούς παράγοντες (απόντα από τα επεξεργασμένα βρεφικά γάλατα). Εάν κοιτάξουμε στο μικροσκόπιο μια σταγόνα μητρικού γάλακτος θα παρατηρήσουμε πέραν της υδατικής φάσης δύο ακόμη χαρακτηριστικές δομές: Σφαιρίδια κίτρινου χρώματος και μικρού μεγέθους (λιποσφαιρίδια). Σφαιρίδια λευκού χρώματος και μεγάλου μεγέθους (μικκύλια καζεΐνης). ΥΔΑΤΙΚΗ ΦΑΣΗ Νερό Καλύπτει πλήρως τις ανάγκες του βρέφους ώστε να μην υπάρχει ανάγκη χορήγησης άλλων υγρών ακόμη και σε περιόδους καύσωνα. Εξαιτίας της ωσμωτικής ισορροπίας που επικρατεί μεταξύ μητρικού γάλακτος και μητρικού αίματος είναι αδύνατη η υπερφόρτωση των νεφρών του βρέφους που θηλάζει αποκλειστικά. Υδατάνθρακες Υπάρχουν στο μητρικό γάλα είτε ως ελεύθεροι υδατάνθρακες είτε συνδυασμένοι με αμινοξέα και πρωτεΐνες. Το 15% είναι ολιγοσακχαρίτες, γλυκοπεπτίδια, γλυκόζη και γαλακτόζη. Μεταξύ των ολιγοσακχαριτών ξεχωρίζει ο Ν-ακετυλο-D-γλυκοζαμίνη (bifidus factor) που χρησιμοποιείται στον εντερικό σωλήνα του βρέφους από τα bifidobacteria ως υπόστρωμα για τη σύνθεση του κυτταρικού τους τοιχώματος (παρόμοια δράση έχουν και πεπτίδια που προκύπτουν από την υδρόλυση της καζεΐνης). Ο πληθυσμός των bifidobacteria αποτελεί ζωντανό φραγμό που εμποδίζει τον αποικισμό του βρεφικού εντέρου από παθογόνα βακτήρια. Μεταβολίζουν γρήγορα τη λακτόζη, παράγοντας μεγάλες ποσότητες γαλακτικού οξέος και μικρότερες άλλων οξέων. Το γαλακτικό οξύ μειώνει αισθητά το pH στον εντερικό σωλήνα, περιορίζοντας την πιθανότητα αποίκισης από παθογόνα βακτήρια που δεν αντέχουν στο όξινο περιβάλλον. Σχετικές έρευνες έχουν δείξει ότι ενώ στα κόπρανα των βρεφών που θηλάζουν ο επικρατέστερος πληθυσμός είναι αυτός των bifidobacteria, στα κόπρανα των βρεφών που σιτίζονται με βρεφικό γάλα κυριαρχούν το Clostridium, ο Streptococcus και το E.Coli. Το 85% είναι λακτόζη. Η λακτόζη (δισακχαρίτης) αποδίδει το 40% την ενεργειακών αναγκών του οργανισμού του βρέφους καθώς με την υδρόλυση της προκύπτει γλυκόζη που θα χρησιμοποιηθεί ως πηγή ενέργειας και γαλακτόζη που θα αποτελέσει τη βάση για τη σύνθεση γαλακτοπεπτιδίων αναγκαίων για την ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η λακτόζη επίσης συμμετέχει στους μηχανισμούς απορρόφησης του ασβεστίου και σιδήρου και χρησιμεύει ως υπόστρωμα για την εντερική χλωρίδα, παράγοντας μεγάλες ποσότητες γαλακτικού οξέος και μειώνοντας το εντερικό pH. Η λακτόζη τέλος ρυθμίζει τον όγκο του μητρικού γάλακτος μέσω της όσμωσης. Πιο συγκεκριμένα τα εκκριτικά επιθηλιακά κύτταρα εκκρίνουν τη λακτόζη στο εσωτερικό της κυψελίδας, με αποτέλεσμα η λακτόζη λόγω των υπεροσμωτικών ιδιοτήτων της να προκαλεί αύξηση της οσμωτικής πίεσης. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε μία γρήγορη και μαζική μετακίνηση νερού από τον μεσοκυττάριο χώρο στο εσωτερικό της κυψελίδας έως ότου το μίγμα καταστεί ισοτονικό. Μέταλλα & Ιχνοστοιχεία Ασβέστιο, φώσφορο, μαγνήσιο, κάλιο, νάτριο, χλώριο, χρώμιο, κοβάλτιο, σίδηρο, ιώδιο, φθόριο, ψευδάργυρο, μαγγάνιο, σελήνιο κ.α. Βιταμίνες (υδατοδιαλυτές) Βιταμίνη C, Βιταμίνες του συμπλέγματος Β, ινοσιτόλη, χολίνη. (Στο λιπόφιλο τμήμα του μητρικού γάλακτος συναντάται η βιταμίνη Α, καροτένιο, βιταμίνη D, βιταμίνη Ε, βιταμίνη Κ κ.α.) Πρωτεΐνες του ορού Πρόκειται για πρωτεΐνες ιδιαίτερα σημαντικές εξαιτίας της βιολογικής τους δράσης: α-λακταλβουμίνη, λακτοφερίνη, ένζυμα, ορμόνες, αυξητικοί παράγοντες, ανοσοσφαιρίνες, και αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. α-Λακταλβουμίνη Συμμετέχει στους ρυθμιστικούς μηχανισμούς σύνθεσης του μητρικού γάλακτος, έχει αντιμικροβιακή και πιθανά αντικαρκινική δράση. Το αγελαδινό γάλα είναι πλούσιο σε β-λακτοσφαιρίνη. Λακτοφερίνη Συνδέεται με τον σίδηρο και προάγει την απορρόφηση του στον εντερικό αυλό του βρέφους αυξάνοντας τη βιοδιαθεσιμότητα του και στερώντας τον από τα σιδηροεξαρτώμενα βακτήρια του βρεφικού εντέρου. (Το επεξεργασμένο γάλα για βρέφη επειδή ακριβώς δεν έχει λακτοφερίνη, δεν μπορεί να επιτύχει υψηλή βιοδιαθεσιμότητα του σιδήρου και επομένως είναι αναγκασμένο να χρησιμοποιήσει μεγάλες ποσότητες του – σχεδόν 6πλάσια ποσότητα ελεύθερου σιδήρου – ευνοώντας την ανάπτυξη των σιδηροεξαρτώμενων βακτηρίων του βρεφικού εντέρου, αυξάνοντας την πιθανότητα λοιμώξεων και προκαλώντας συχνά επεισόδια διάρροιας). Ένζυμα Η πλειοψηφία τους συμμετέχει στην διαδικασία της πέψης του μητρικού γάλακτος στον εντερικό αυλό του βρέφους την οποία και επιταχύνουν. Ορισμένα εξ αυτών έχουν αντιμικροβιακή δράση (π.χ. λυσοζύμη, υπεροξειδάσες κ.α.). Ορμόνες Οι περιεχόμενες στο μητρικό γάλα ορμόνες όπως στεροειδή, θυροξίνη, γοναδοτροπίνες, TSH, προλακτίνη, ερυθροποιητίνη, προσταγλαδίνες, καλσιτονίνη είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την εγκεφαλική και σωματική ανάπτυξη του βρέφους. Αυξητικοί παράγοντες Οι περιεχόμενοι στο μητρικό γάλα αυξητικοί παράγοντες όπως ο επιδερμικός αυξητικός παράγοντας, ο αυξητικός παράγοντας νεύρων και ο ινσουλινόμορφος αυξητικός παράγοντας είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για την εγκεφαλική και σωματική ανάπτυξη του βρέφους. Αμυντικοί παράγοντες Μεταξύ αυτών των αμυντικών παραγόντων συναντούμε λευκοκύτταρα (μακροφάγα, πολυμορφοπύρηνα και λεμφοκύτταρα Τ, Β), ανοσοσφαιρίνες (sIgA, & IgD, IgE, IgG, IgM) και χημικούς διαβιβαστές. Οι ανωτέρω παράγοντες ασκούν έλεγχο σε βακτηριακές λοιμώξεις, ιογενείς λοιμώξεις, λοιμώξεις από πρωτόζωα, αλλεργίες και ειδικές ασθένειες και προκαλούν σαφή διαφοροποίηση μεταξύ παιδιών που θηλάζουν και παιδιών που σιτίζονται με επεξεργασμένα γάλατα για βρέφη. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα παιδιά που σιτίζονται με επεξεργασμένα βρεφικά γάλατα αρρωσταίνουν πάντα, αλλά ότι είναι περισσότερο ευάλωτα, αρρωσταίνουν πιο συχνά και περνούν τις αρρώστιες πιο δύσκολα. Οι ανοσοσφαιρίνες εκτός από την ανοσοβιολογική προστασία προσφέρουν και μηχανική προστασία σχηματίζοντας ένα είδος μανδύα στον βλεννογόνο του ανώριμου νεογνικού εντέρου. Εμποδίζουν έτσι την προσκόλληση και διείσδυση στον οργανισμό παθογόνων μικροβίων και ξένων πρωτεϊνών που πιθανά να προκαλούσαν αλλεργία. Στο μητρικό γάλα συναντώνται επίσης παράγοντες έναντι διαφόρων νόσων όπως της χολέρας και του δάγκειου πυρετού αλλά και ζωντανά πολυδύναμα αρχέγονα κύτταρα που μπορεί να έχουν ρόλο στην αναγέννηση ιστών του βρέφους. ΜΙΚΚΥΛΙΑ  Πρόκειται για σύμπλοκα αποτελούμενα από πρωτεΐνες της ομάδας της καζεΐνης και παίζουν κατεξοχήν θρεπτικό ρόλο για το βρέφος. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι υπάρχουν σημαντικές χημικοφυσικές διαφορές μεταξύ της ομάδας των πρωτεϊνών της καζεΐνης του γάλακτος από το ένα θηλαστικό στο άλλο. Το σύνολο του ασβεστίου και του φωσφόρου του μητρικού γάλακτος βρίσκεται σε διαφορετικά τμήματα του μικκυλίου συνδεδεμένο χημικά με πρωτεΐνες της καζεΐνης. Ο διαχωρισμός των δύο συστατικών εμποδίζει τον φυσιολογικό ανταγωνισμό τους στην διαδικασία της απορρόφησης. Η απορρόφηση του κάθε συστατικού γίνεται ανεξάρτητα η μια από την άλλη και ακολουθεί την διαδικασία πέψης των πρωτεϊνών της καζεΐνης στις οποίες είναι συνδεδεμένα. Όσο αφορά το ασβέστιο θα πρέπει να τονιστούν δύο ακόμη στοιχεία: Η ποσότητα του στο μητρικό γάλα είναι η κατάλληλη ώστε να καλύψει τις ανάγκες του βρέφους (διαθέτει υψηλή βιοδιαθεσιμότητα). Η συγκέντρωση του στο μητρικό γάλα δεν επηρεάζεται από την δίαιτα της μητέρας. Αυτό επιτυγχάνεται με αντισταθμιστικά μέτρα όπως η αυξημένη απορρόφηση από τον εντερικό αυλό της μητέρας και η μειωμένη αποβολή με τα ούρα της μητέρας. Σε περίπτωση που αυτά τα μέτρα δεν αρκούν τότε κινητοποιούνται οι αποθήκες ασβεστίου της μητέρας. ΛΙΠΟΣΦΑΙΡΙΔΙΑ  Το λίπος του μητρικού γάλακτος βρίσκεται «πακεταρισμένο» με τη μορφή σφαιριδίων που περιβάλλονται από φωσφολιπιδική μεμβράνη (πρώην τμήμα της μεμβράνης του εκκριτικού κυττάρου), έτσι ώστε: o Να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων συστατικών του μητρικού γάλακτος (π.χ. η σαπωνοποίηση που θα μπορούσε να προκύψει με αλληλεπίδραση ασβεστίου και ελεύθερων λιπαρών οξέων). o Να μεγιστοποιηθεί η διαδικασία της πέψης και απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών από το βρέφος. o Να υπάρξουν ταυτόχρονα τα λιπαρά οξέα και η λιπάση. (Η λιπάση παραμένει ανενεργή στις πτυχώσεις της φωσφολιπιδικής μεμβράνης των λιποσφαιριδίων και ενεργοποιείται μόνον εντός του εντερικού σωλήνα του βρέφους όπου η φωσφολιπιδική μεμβράνη διαλύεται και η λιπάση ξεκινά την λιπόλυση του περιεχομένου). Είναι το πλέον μεταβαλλόμενο συστατικό. Η περιεκτικότητα σε λιπίδια είναι μεγαλύτερη το μεσημέρι και προς το τέλος κάθε γεύματος. Μεταξύ των λιπιδίων περιέχονται σημαντικά επίπεδα χοληστερόλης (σε αντίθεση με τα ΕΓαΒ) που αποτελεί σημαντικό συστατικό των εγκεφαλικών ιστών. (Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι η πρόωρη αυτή έκθεση του νεογνού στη χοληστερόλη παίζει σημαντικό ρόλο στην σωστή ανάπτυξη των μηχανισμών μεταβολισμού των λιπιδίων και στην σωστή λειτουργία τους στην ενήλικη ζωή). Το μητρικό γάλα είναι πλούσιο σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα μακράς αλυσίδας τα οποία είναι πολύ σημαντικά για την ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος και τη σύνθεση προσταγλαδινών. (Καθώς όμως τα συστατικά αυτά οξειδώνονται πολύ εύκολα χάνοντας την ιδιαίτερη δράση τους, το μητρικό γάλα για να τα προστατεύσει περιέχει αντιοξειδωτικές ουσίες όπως τοκοφερόλη και κινόνες που προσφέρουν προστασία στις ουσίες αυτές από τη στιγμή του σχηματισμού τους μέχρι τη στιγμή της απορρόφησης τους. Πιστεύεται ότι οι αντιοξειδωτικές ουσίες του μητρικού γάλακτος προσφέρουν αντιοξειδωτική προστασία όχι μόνον στα υπόλοιπα συστατικά του γάλακτος αλλά και στο ίδιο το εντερικό τοίχωμα του βρέφους εμποδίζοντας τις οξειδωτικές βλάβες που παρατηρούνται σε νόσους όπως αυτή της νεκρωτικής εντεροκολίτιδας). Το μητρικό γάλα είναι πλούσιο σε λιπαρά οξέα μικρής αλυσίδας που έχουν αντιβακτηριδιακή δράση. Το μητρικό γάλα είναι πλούσιο σε εστέρες των λιπαρών οξέων με αντιβακτηριδιακή δράση ιδιαίτερα έναντι του σταφυλόκοκκου. (Πιο συγκεκριμένα οι εστέρες παρέχουν προστασία τόσο στη μητέρα καθώς εμποδίζουν τον αποικισμό των γαλακτοφόρων πόρων από τον σταφυλόκοκκο της φυσιολογικής χλωρίδας του στήθους, όσο και στο βρέφος εμποδίζοντας τη δράση εντεροτοξικών σταφυλόκοκκων). ΠΡΩΤΟΓΑΛΑ