Μυκητίαση θηλής & στήθους Ο Candida είναι γένος ζυμομύκητα. Ορισμένα είδη Candida αποτελούν μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του ανθρώπου. Η ανάπτυξη των Candida στον ανθρώπινο οργανισμό πέραν του φυσιολογικού περιορίζεται από το ανοσοποιητικό του και από βακτήρια της φυσιολογικής χλωρίδας, τα οποία καταλαμβάνουν θέσεις στον οργανισμό, που εν δυνάμει θα μπορούσαν να καταληφθούν από τον μύκητα. Υπό προϋποθέσεις, είδη Candida όπως ο C. albicans ενδέχεται να αυξήσουν τον πληθυσμό τους πέραν του φυσιολογικού και να προκαλέσουν λοιμώξεις. Οι λοιμώξεις από Candida εντοπίζονται κυρίως στην στοματοφαρυγγική κοιλότητα, στο γαστρεντερικό, στο ουροποιητικό, στον κόλπο της γυναίκας, στη θηλή και στο στήθος, στην περιοχή της πάνας στα βρέφη. Η μυκητίαση στη θηλή μεταδίδεται μέσω του θηλασμού στην στοματοφαρυγγική κοιλότητα του βρέφους ή και το αντίστροφο. Η μυκητίαση στη θηλή μέσω ραγάδας (πληγής) μπορεί να μεταδοθεί στο εσωτερικό του μαστικού αδένα και να εξελιχθεί σε μυκητίαση του στήθους. Η αντιμετώπιση του μύκητα γίνεται με αντιμυκητιασικά φάρμακα χορηγούμενα είτε τοπικά (μυκητίαση θηλής), είτε από του στόματος (μυκητίαση στήθους). Η θεραπεία γίνεται ταυτόχρονα στη μητέρα και στο βρέφος. Αίτια του προβλήματος  Αύξηση του πληθυσμού του ζυμομύκητα Candida πέραν των φυσιολογικών ορίων και επακόλουθη λοίμωξη. Προδιαθεσικοί παράγοντες  Χρήση αντιβίωσης κατά τη διάρκεια του τοκετού (π.χ. λόγω καισαρικής) ή μετά τον τοκετό. Χρήση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων. Οργανισμοί με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Σημεία & συμπτώματα  Στη μητέρα: Συνήθως έχει προηγηθεί περίοδος θηλασμού χωρίς πόνο ή ενοχλήσεις. Ο πόνος εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του θηλασμού ή αμέσως μετά το θηλασμό και διαρκεί έως και πάνω από μια ώρα. Ο πόνος είναι έντονος και καυστικός – διαπεραστικός και μπορεί να γίνει αισθητός στο θωρακικό τοίχωμα, στη πλάτη και στους ώμους. Ο πόνος εμφανίζεται και στις δύο θηλές καθώς το βρέφος μεταφέρει τη λοίμωξη από τη μια θηλή στην άλλη κατά το θηλασμό. Ο πόνος και οι ραγάδες στις θηλές δεν θεραπεύονται παρά την βελτιστοποίηση της τεχνικής του θηλασμού. Η θηλή και η θηλαία άλως εμφανίζουν μόνιμη απώλεια χρώματος (ροζ εμφάνιση). Η θηλή μπορεί να είναι ελαφρά πρησμένη με λαμπερή εμφάνιση ή και να υπάρχει ήπια ερυθρότητα γύρω από τη θηλαία άλω. Η θηλή εμφανίζει υπερευαισθησία στην επαφή. Εμφανίζεται κνησμός στη θηλή, την άλω και το στήθος. Στο βρέφος: Άσπρες πλάκες στα χείλη, τη γλώσσα, τον ουρανίσκο και τις άλλες επιφάνειες της στοματικής κοιλότητας και των ούλων. Οι πλάκες είναι δύσκολο να απομακρυνθούν χωρίς να προκληθεί αιμορραγία. Περιπρωκτική περιοχή με πολύ έντονο κόκκινο χρώμα που δεν ανταποκρίνεται σε κοινές θεραπείες για δερματίτιδα από πάνα. Πιθανά το βρέφος να είναι ευερέθιστο και να μην σιτίζεται καλά. Προσοχή: Μπορεί παρά τη λοίμωξη να μην υπάρχει κανένα εμφανές σημάδι στη θηλή ή το στήθος της μητέρας ή τη στοματοφαρυγγική κοιλότητα του βρέφους. Συνήθως όμως είναι αναγκαία η άμεση χορήγηση θεραπείας προκειμένου να αντιμετωπιστεί η πιθανότητα λοίμωξης. Διάγνωση  Η συμπτωματολογία είναι κοινή, σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ της μυκητίασης της θηλής ή του στήθους της θηλάζουσας μητέρας και στον τραυματισμό της θηλής της θηλάζουσας μητέρας (οφειλόμενος συνήθως σε κακή τοποθέτηση του βρέφους στο στήθος, με αποτέλεσμα το βρέφος να θηλάζει τη θηλή αντί της θηλαίας άλου). Επομένως το πρώτο βήμα που θα πρέπει να γίνει είναι να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η συμπτωματολογία να οφείλεται σε λάθος τεχνική θηλασμού, συζητώντας την τεχνική με τη μητέρα ή παρατηρώντας έναν θηλασμό της από την αρχή έως το τέλος. Εφόσον: Είτε έχει απορριφθεί η υπόθεση της λανθασμένης τεχνικής θηλασμού. Είτε έχει βελτιστοποιηθεί η τεχνική θηλασμού χωρίς αισθητή κλινική βελτίωση, θα πρέπει να θεωρηθεί πιθανή η υπόθεση της λοίμωξης της θηλής ή / και του στήθους από Candida (είναι πιθανή και η περίπτωση της βακτηριακής λοίμωξης). Παράγοντες κινδύνου που ενισχύουν την υπόθεση της λοίμωξης από Candida είναι και οι εξής: Πρόσφατη χρήση αντιβιοτικών από τη μητέρα ή το βρέφος. Κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ζάχαρης από τη μητέρα. Μυκητίαση του κόλπου κατά τον τοκετό. Ραγάδες (πληγές) στις θηλές. Η χρήση μπουκαλιών ή αντλιών τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό. Στοματοφαρυγγική μυκητίαση στο βρέφος. Παράγοντες που αποδυναμώνουν την υπόθεση λοίμωξης από Candida είναι οι εξής: Εάν η μητέρα πονά στη μία από τις δύο θηλές ή στο ένα από τα δύο στήθη. Εάν η μητέρα δεν έχει βιώσει ποτέ την εμπειρία θηλασμού χωρίς πόνο. Εάν η θηλή κατά την έξοδο της από το στόμα του βρέφους έχει αλλάξει προσωρινά σχήμα ή χρώμα. Θεραπεία  Μη φαρμακολογικά μέτρα: Απρόσκοπτη συνέχιση του θηλασμού και από τα δύο στήθη. Ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης ζάχαρης και αλκοόλ. Κατανάλωση γαλακτοβάκιλων (π.χ. με τη μορφή γιαουρτιού). Διατήρηση στεγνού περιβάλλοντος στη θηλή και στο στήθος είτε με έκθεση του στήθους στον αέρα, είτε με χρήση επιθεμάτων στήθους (μιάς χρήσης) ή καλύπτρων θηλών. Καλή υγιεινή των χεριών. Καλό πλύσιμο των στηθόδεσμων και των ενδυμάτων που έρχονται σε επαφή με τη θηλή και το στήθος στην υψηλότερη δυνατή θερμοκρασία, καλό στέγνωμα τους στον ήλιο και σιδέρωμα. Καλό πλύσιμο και αποστείρωση των εξαρτημάτων της αντλίας μητρικού γάλακτος. Καλό πλύσιμο και αποστείρωση όλων των αντικειμένων που έρχονται σε επαφή με τη στοματική κοιλότητα του βρέφους. Συχνή αλλαγή της πάνας στο βρέφος. Σε κάθε αλλαγή πάνας θα πρέπει να πλένεται η περιοχή με χλιαρό νερό και εν συνεχεία να στεγνώνεται καλά. Καλό πλύσιμο των χεριών μετά από κάθε αλλαγή πάνας. Φαρμακολογικά μέτρα: Για την συμπτωματική αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου, μπορεί να χορηγηθεί: Ιβουπροφαίνη 400mg ανά 6 ή 8 ώρες (και συνολικά μέχρι 1600mg/24h) για το χρονικό διάστημα που διαρκούν τα συμπτώματα. Παρακεταμόλη 500mg ανά 3 ώρες (και συνολικά μέχρι 4000mg/24h) για το χρονικό διάστημα που διαρκούν τα συμπτώματα. Η ιβουπροφαίνη είναι το αντιφλεγμονώδες, αναλγητικό, αντιπυρετικό φάρμακο πρώτης επιλογής για τις μητέρες που θηλάζουν, λόγω: Της ισχυρότερης αντιφλεγμονώδους, αντιπυρετικής και αναλγητικής δράσης σε σχέση με την παρακεταμόλη. Του μικρού χρόνου ημιζωής της, των εξαιρετικά χαμηλών συγκεντρώσεων της στο μητρικό γάλα και της παιδιατρικής της χρήσης σε πολύ μεγαλύτερες συγκεντρώσεις. Η παρακεταμόλη χορηγείται όχι ως πρώτη επιλογή, αλλά είτε στο μεσοδιάστημα της χορήγησης της ιβουπροφαίνης εάν ο πόνος ή ο πυρετός δεν υποχωρούν σε ικανοποιητικά επίπεδα, είτε στην περίπτωση αντένδειξης στην ιβουπροφαίνη. Για την αντιμετώπιση του μύκητα: Η θεραπεία θα πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα στη μητέρα και το βρέφος.   Στη μητέρα: Κρέμα αντιμυκητιασική (η γέλη απορροφάται ελάχιστα και εμφανίζει μικρότερη αποτελεσματικότητα). Η κρέμα θα πρέπει να εφαρμόζεται 4 φορές την ημέρα, για διάστημα 14 ημερών (θα πρέπει με ένα καθαρό πανί να καθαρίζεται από το στήθος προ του θηλασμού). Εάν οι θηλές είναι πολύ ερεθισμένες χορηγείται κρέμα υδροκορτιζόνης 1%. Υπάρχει η δυνατότητα χρήσης κρέμας ή αλοιφής με συνδυασμό των παραπάνω δραστικών ουσιών. Εάν η θηλή έχει ραγάδες (πληγές) είναι πιθανή η λοίμωξη με S. Aureus, θα πρέπει στην περίπτωση αυτή να χορηγηθεί κρέμα ή αλοιφή με φουσιδικό οξύ, η οποία θα πρέπει να εφαρμόζεται μετά από κάθε θηλασμό και για διάστημα 7 ημερών. Εάν ο πόνος δεν υποχωρεί ή αναπτύσσεται πόνος βαθιά στο στήθος, θα πρέπει η ασθενής να λάβει την τοπική θεραπεία σε συνδυασμό με θεραπεία από του στόματος. Στο βρέφος: Στοματική αντιμηκυτιασική γέλη, η οποία θα πρέπει να εφαρμόζεται με καθαρό δάκτυλο στα χείλη, τη γλώσσα και σε όλες τις επιφάνειες της στοματικής κοιλότητας του βρέφους. Η εφαρμογή της γέλης θα πρέπει να γίνει προσεκτικά, με σωστή κατανομή της ποσότητας και μη εφαρμογή στο πίσω μέρος του λαιμού καθώς υπάρχει κίνδυνος απόφραξης και πνιγμού. Εάν η μητέρα πέραν της τοπικής θεραπείας αρχίσει να λαμβάνει θεραπεία από το στόμα, υπάρχει πιθανότητα να απαιτηθεί να γίνει το ίδιο και με το βρέφος της.